ανέλο
το, ουσ.
(ναυτ.) α) δακτύλιος άγκυρας, ο κρίκος, β) (συνεκδ.) η άγκυρα.
Ετυμολογία
< ιταλ. anello < λατιν. anellus [= δαχτυλίδι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανέλο», σ. 87. https://navalhistory.gr/lexiko/ανελο/