πυξιδοθήκη
η, ουσ.
(ναυτ.)
- κιβώτιο εντός του οποίου φυλάσσεται η πυξίδα του πλοίου
- κυλινδρικό κιβώτιο που είναι στερεωμένο στο κατάστρωμα του πλοίου και καλύπτει τη ναυτική πυξίδα, συνών. γκριζόλα.
Ετυμολογία
< πυξίδ(α)- -ο- + θήκη.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυξιδοθήκη», σ. 715. https://navalhistory.gr/lexiko/πυξιδοθηκη/