κρεμαστήρας
ο, ουσ.
(ναυτ.) εξάρτημα αποτελούμενο από ισχυρό σχοινί ή σύρμα δεμένο στον λαιμό ιστού ή στο άκρο της κεραίας, στην άκρη του οποίου κρεμιέται τρόχιλος ή δακτύλιος και το οποίο χρησιμεύει για την άρση βαριών αντικειμένων ή για το σήκωμα των πανιών στο επιθυμητό ύψος, αλλιώς: μαντοπόδαρο.
Ετυμολογία
< μσν. κρεμαστ(ός) + -ήρας.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρεμαστήρας», σ. 459. https://navalhistory.gr/lexiko/κρεμαστηρασ/