navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παρυπέρα

παρυπέρα

η, ουσ.

(ναυτ.) βοηθητικό σχοινί πλοίων που ενίσχυε την κύρια υπέρα, αλλιώς: κοντραμαντάρι.

Ετυμολογία

< παρ(α)- + ὑπέρα [= το ανώτερο σχοινί, που ήταν προσδεδεμένο στα άκρα των επικρίων μέσω των οποίων τα ιστία μετακινούνταν κατά τη φορά του ανέμου]. Η λ. μαρτυρείται από το 1858 στο Ονοματολόγιον Ναυτικόν.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρυπέρα», σ. 642. https://navalhistory.gr/lexiko/παρυπερα/