navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πάλμα

πάλμα

η, ουσ.

(ναυτ.) εργαλείο χρήσιμο στη ναυπηγική για το μέτρημα του καταρτιού.

Ετυμολογία

< λατιν. palma [= παλάμη, πλάτη κουπιού].

Παράγωγα

παλμάρω, παλμάρισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πάλμα», σ. 625. https://navalhistory.gr/lexiko/παλμα/