navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φιμώνω

φιμώνω

ρ. [μετβ.]

  1. τοποθετώ φίμωτρο σε ζώο [σκύλο, μουλάρι κ.λπ.]
  2. (κατ’ επέκτ.) φράζω το στόμα κάποιου, με το χέρι μου ή με κομμάτι υφάσματος, για να τον εμποδίσω να μιλήσει ή να φωνάξει
  3. (μτφ.) καταργώ από κάποιον την ελευθερία του λόγου, της έκφρασης
  4. (ναυτ.) δένω την άκρη του σχοινιού με σπάγκο, για να μην ξεφτήσει.

Ετυμολογία

< αρχ. φιμ(ῶ) + -ώνω < φιμός [= 1. χαλινάρι, 2. είδος κυπέλλου που χρησιμοποιείται ως χωνί για τα ζάρια].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φιμώνω», σ. 890. https://navalhistory.gr/lexiko/φιμωνω/