κέλητας
ο, ουσ.
- (ναυτ.) ελαφριά, μακρόστενη και γρήγορη κωπήλατη λέμβος στην οποία οι ερέτες [οι κωπηλάτες δηλ.] κάθονται αντίθετα προς την πλευρά κίνησης του φτερού της κώπης [= χερούλι κουπιού και γενικά το κουπί], αλλιώς: φαλαινίς, -ίδα
- (αρχ.) α) γρήγορο άλογο ιππασίας, β) (μτφ.) το γυναικείο αιδοίο.
Ετυμολογία
< αρχ. κέλης, -ητος [< κέλ-ομαι], δωρ. τ. κέληξ, -ηκος, τη λ. δανείστηκε η λατιν. με τη μορφή celēs [= άλογο ιππασίας] και celox [= είδος πλοίου], που σχηματίστηκε υπό την επίδραση του velox [= ταχύπλοο και ελαφρύ πλοιάριο με σειρά από κουπιά], υποκ. κελήτιον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κέλητας», σ. 426. https://navalhistory.gr/lexiko/κελητασ/