γιακάς
ο, ουσ. [πληθ. -άδες]

- (ενδυμ.) εξωτερικό περιλαίμιο φορεμάτων, πουκαμίσων και άλλων ενδυμάτων, συνών. κολάρο
- (μτφ.) χτύπημα με την παλάμη στο σβέρκο, συνών. σβερκιά, καρπαζιά, φάπα, κατραπακιά
- πλαγιά βουνού ή λόφου, συνών. πλαγιά, αντέρεισμα
- (φυτολ.) ποιότητα καπνού ορεινής περιοχής, συνών. μπασμάς
- (φρ.) «τινάζω το γιακά μου», σταματώ κάθε σχέση με κάποιον
- (ναυτ.) η πάνω ακμή (δίπλωμα) του πανιού ιστιοφόρου.
Ετυμολογία
< τουρκ. yaka.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γιακάς», σ. 182. https://navalhistory.gr/lexiko/γιακασ/