navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γιακάς

γιακάς

ο, ουσ. [πληθ. -άδες]

γιακάς, εικόνα από το έντυπο
  1. (ενδυμ.) εξωτερικό περιλαίμιο φορεμάτων, πουκαμίσων και άλλων ενδυμάτων, συνών. κολάρο
  2. (μτφ.) χτύπημα με την παλάμη στο σβέρκο, συνών. σβερκιά, καρπαζιά, φάπα, κατραπακιά
  3. πλαγιά βουνού ή λόφου, συνών. πλαγιά, αντέρεισμα
  4. (φυτολ.) ποιότητα καπνού ορεινής περιοχής, συνών. μπασμάς
  5. (φρ.) «τινάζω το γιακά μου», σταματώ κάθε σχέση με κάποιον
  6. (ναυτ.) η πάνω ακμή (δίπλωμα) του πανιού ιστιοφόρου.

Ετυμολογία

< τουρκ. yaka.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γιακάς», σ. 182. https://navalhistory.gr/lexiko/γιακασ/