navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αθίβολο

αθίβολο

το, και αθίβολος, ο, ουσ.

(ναυτ.) μικρό είδος διχτυού το οποίο ρίχνεται από τη στεριά πεταχτά (στην αρχαιότητα ονομαζόταν αμφίβολος και στα μεταγενέστερα χρόνια αμφιβολή και αμφίβληστρον), συνών. πεζόβολος, καβουροσύρτης, γκαγκάβα, δράγα.

Παράγωγα

αθιβολιάρης [= πεζοβολιάρης], αθιβόλεμα [= ψάρεμα με μικρό δίχτυ], αθιβολεύω [= ψαρεύω με μικρό δίχτυ], αθιβολιά [= 1. ρίξιμο διχτυού με το χέρι, 2. ψαριά που προέρχεται από μικρό δίχτυ].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αθίβολο», σ. 48. https://navalhistory.gr/lexiko/αθιβολο/