navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μασχαλίζω

μασχαλίζω

ρ. [μετβ.]

  1. κρεμώ κάτι από τις μασχάλες
  2. (ναυτ.) στερεώνω την άγκυρα στην πλευρά του πλοίου, στο όκιο.

Ετυμολογία

< μασχάλ(η) + -ίζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μασχαλίζω», σ. 506. https://navalhistory.gr/lexiko/μασχαλιζω/