μασχαλίζω
ρ. [μετβ.]
- κρεμώ κάτι από τις μασχάλες
- (ναυτ.) στερεώνω την άγκυρα στην πλευρά του πλοίου, στο όκιο.
Ετυμολογία
< μασχάλ(η) + -ίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μασχαλίζω», σ. 506. https://navalhistory.gr/lexiko/μασχαλιζω/