προναύλωση
η, ουσ.
(ναυτ.) σύμβαση, μεταξύ των δύο μερών, που έχει ολοκληρωθεί και υπογραφεί πριν από την προγραμματισμένη αναχώρηση του πλοίου για συγκεκριμένο ταξίδι.
Ετυμολογία
< προ + ναύλωση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προναύλωση», σ. 703. https://navalhistory.gr/lexiko/προναυλωση/