navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φάλκα

φάλκα

η, ουσ.

(ναυτ.) οριζόντιο πορτάκι στο σπιράγιο [υπερστέγασμα = μικρή κατασκευή επί του καταστρώματος] ή σε όχημα, το οποίο κινείται σε οδηγούς και σύρεται μπρος – πίσω, επίσης και το κάθετο πορτάκι που αποτελεί την είσοδο στο εσωτερικό του σκάφους.

Ετυμολογία

< δες ετυμ. φάλκης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φάλκα», σ. 883. https://navalhistory.gr/lexiko/φαλκα/