navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ειρεσία

ειρεσία

η, ουσ.

(ναυτ.)

  1. η κωπηλασία με ένταση, η τέχνη και ο τρόπος με τον οποίο οι ερέτες χειρίζονται το κουπί, συνών. λαμνοκόπι
  2. ρυθμικό τραγούδι που τραγουδούσαν όλοι μαζί οι κωπηλάτες
  3. (αρχ.) α) ορμητική παλινδρομική κίνηση, συνεχόμενη γρήγορη κίνηση, β) το σύνολο των κωπηλατών σ’ ένα σκάφος, γ) το κουπί, δ) [στον πληθ.] οι πάγκοι τών κωπηλατών.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐρέσσω και αττ. τ. ἐρέττω [= κωπηλατώ].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ειρεσία», σ. 247. https://navalhistory.gr/lexiko/ειρεσια/