ειρεσία
η, ουσ.
(ναυτ.)
- η κωπηλασία με ένταση, η τέχνη και ο τρόπος με τον οποίο οι ερέτες χειρίζονται το κουπί, συνών. λαμνοκόπι
- ρυθμικό τραγούδι που τραγουδούσαν όλοι μαζί οι κωπηλάτες
- (αρχ.) α) ορμητική παλινδρομική κίνηση, συνεχόμενη γρήγορη κίνηση, β) το σύνολο των κωπηλατών σ’ ένα σκάφος, γ) το κουπί, δ) [στον πληθ.] οι πάγκοι τών κωπηλατών.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐρέσσω και αττ. τ. ἐρέττω [= κωπηλατώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ειρεσία», σ. 247. https://navalhistory.gr/lexiko/ειρεσια/