navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Υ › ύπαρχος

ύπαρχος

ο, ουσ.

  1. (ναυτ.) α) αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, που ασκεί διοικητικά καθήκοντα και αντικαθιστά τον κυβερνήτη του πλοίου όταν οι ανάγκες το επιβάλλουν, β) στο Εμπορικό Ναυτικό ως αξιωματικός ανήκει στο προσωπικό καταστρώματος και ο τίτλος του διατηρείται κυρίως στα επιβατικά σκάφη
  2. (ιστορ.) [μσν.] αυτός που είχε την ευθύνη της τροφοδοσίας και γενικότερα της επιμελητείας του στρατεύματος σε συνθήκες εκστρατείας και ειδικότερα του χώρου του στρατοπέδου, ο στρατοπεδάρχης.

Ετυμολογία

< αρχ. ὕπαρχος [= υπαρχηγός, υποστράτηγος, υποδιοικητής].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ύπαρχος», σ. 867. https://navalhistory.gr/lexiko/υπαρχοσ/