navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κάσα

κάσα

η, ουσ.

  1. ξύλινο κιβώτιο για αποθήκευση ή μεταφορά πραγμάτων
  2. φέρετρο νεκρών
  3. σιδερένιο χρηματοκιβώτιο
  4. (οικον.) ταμείο για την εξόφληση των αγαθών
  5. (αρχιτ.) κούφωμα θυρών και παραθύρων
  6. (τυπογρ.) θήκη στοιχείων
  7. το βασικό χρηματικό ποσό με το οποίο ξεκινούν το παιχνίδι τους οι χαρτοπαίκτες, μπάνκα
  8. (ναυτ.) α) η ψαροκασέλα, β) [φρ.] «κάσα του τσιμπουκιού», έδρα του επιστηλίου, «κάσα του κουβουσιού», η βαλβίδα της καθόδου, το παράτοιχο στομίου κύτους, «κάσα του μακαρά», θήκη του τροχίλου.

Ετυμολογία

< ιταλ. cassa < λατιν. capsa [= κιβώτιο].

Παράγωγα

κασιέρης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάσα», σ. 412. https://navalhistory.gr/lexiko/κασα/