κάσα
η, ουσ.
- ξύλινο κιβώτιο για αποθήκευση ή μεταφορά πραγμάτων
- φέρετρο νεκρών
- σιδερένιο χρηματοκιβώτιο
- (οικον.) ταμείο για την εξόφληση των αγαθών
- (αρχιτ.) κούφωμα θυρών και παραθύρων
- (τυπογρ.) θήκη στοιχείων
- το βασικό χρηματικό ποσό με το οποίο ξεκινούν το παιχνίδι τους οι χαρτοπαίκτες, μπάνκα
- (ναυτ.) α) η ψαροκασέλα, β) [φρ.] «κάσα του τσιμπουκιού», έδρα του επιστηλίου, «κάσα του κουβουσιού», η βαλβίδα της καθόδου, το παράτοιχο στομίου κύτους, «κάσα του μακαρά», θήκη του τροχίλου.
Ετυμολογία
< ιταλ. cassa < λατιν. capsa [= κιβώτιο].
Παράγωγα
κασιέρης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάσα», σ. 412. https://navalhistory.gr/lexiko/κασα/