υδρορροή
η, ουσ.
- αυλάκι νερού
- αγωγός κατά το ήμισυ ανοιχτός, που διατρέχει περιμετρικά τη στέγη με σκοπό τη διοχέτευση των νερών της βροχής στο έδαφος ή σε δίκτυο αγωγών ομβρίων υδάτων, λούκι
- (ναυτ.) ισχυρή ζώστρα [= καθένα από τα εσωτερικά μαδέρια που επενδύουν τον ξύλινο σκελετό του σκάφους] που συνδέει σε όλο το μήκος του πλοίου τους νομείς με το κατάστρωμα, το απάνω κουρζέτο.
Ετυμολογία
< αρχ. ὑδρορρόη [με μετακίνηση τόνου].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υδρορροή», σ. 864. https://navalhistory.gr/lexiko/υδρορροη/