navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Υ › υδρορροή

υδρορροή

η, ουσ.

  1. αυλάκι νερού
  2. αγωγός κατά το ήμισυ ανοιχτός, που διατρέχει περιμετρικά τη στέγη με σκοπό τη διοχέτευση των νερών της βροχής στο έδαφος ή σε δίκτυο αγωγών ομβρίων υδάτων, λούκι
  3. (ναυτ.) ισχυρή ζώστρα [= καθένα από τα εσωτερικά μαδέρια που επενδύουν τον ξύλινο σκελετό του σκάφους] που συνδέει σε όλο το μήκος του πλοίου τους νομείς με το κατάστρωμα, το απάνω κουρζέτο.

Ετυμολογία

< αρχ. ὑδρορρόη [με μετακίνηση τόνου].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υδρορροή», σ. 864. https://navalhistory.gr/lexiko/υδρορροη/