διέκπλους
ο, ουσ.
(ναυτ.)
- πλεύση σκάφους διά μέσου περάσματος [αμφιγείου = στένωση θαλάσσιου χώρου οποιουδήποτε πλάτους που συνδέει ευρύτερες θαλάσσιες περιοχές], παραδείγματα διέκπλους είναι: «ο Πορθμός του Μαγγελάνου» που συνδέει δύο Ωκεανούς, «η Μάγχη» που συνδέει τον Ατλαντικό Ωκεανό με την Βόρεια Θάλασσα αλλά και ο Καφηρέας που ενώνει το ΝΑ. με το ΒΔ. Αιγαίο πέλαγος κ.λπ., διάπλευση
- (αρχ.) τακτικός ελιγμός πλοίου με στόχο τον διεμβολισμό της εχθρικής παράταξης (ναυτικό στρατήγημα)
- θαλάσσια λωρίδα που ενώνει δύο μεγαλύτερες θάλασσες, συνών. μπουγάζι, κανάλι.
Ετυμολογία
< αρχ. διέκπλοος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διέκπλους», σ. 221. https://navalhistory.gr/lexiko/διεκπλουσ/