navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διέκπλους

διέκπλους

ο, ουσ.

(ναυτ.)

  1. πλεύση σκάφους διά μέσου περάσματος [αμφιγείου = στένωση θαλάσσιου χώρου οποιουδήποτε πλάτους που συνδέει ευρύτερες θαλάσσιες περιοχές], παραδείγματα διέκπλους είναι: «ο Πορθμός του Μαγγελάνου» που συνδέει δύο Ωκεανούς, «η Μάγχη» που συνδέει τον Ατλαντικό Ωκεανό με την Βόρεια Θάλασσα αλλά και ο Καφηρέας που ενώνει το ΝΑ. με το ΒΔ. Αιγαίο πέλαγος κ.λπ., διάπλευση
  2. (αρχ.) τακτικός ελιγμός πλοίου με στόχο τον διεμβολισμό της εχθρικής παράταξης (ναυτικό στρατήγημα)
  3. θαλάσσια λωρίδα που ενώνει δύο μεγαλύτερες θάλασσες, συνών. μπουγάζι, κανάλι.

Ετυμολογία

< αρχ. διέκπλοος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διέκπλους», σ. 221. https://navalhistory.gr/lexiko/διεκπλουσ/