(ν)ταρντάνα
η, ουσ.
- (ναυτ.) α) ιστιοφόρο φορτηγό πλοίο που είναι μεγάλο και βαρύ, β) ανεμότρατα
- (μτφ.) α) παχιά και ψηλή γυναίκα, γεροδεμένη, ή β) η εύσωμη και πολύ όμορφη γυναίκα.
Ετυμολογία
< ιταλ. tartana [= μεγάλο και βαρύ πλοίο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «(ν)ταρντάνα», σ. 583. https://navalhistory.gr/lexiko/νταρντανα/