navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λασκάδα

λασκάδα

η, ουσ.

  1. (μετεωρ.) δυνατός άνεμος που φυσά πλάγια προς τη μεριά της πρύμνης του σκάφους
  2. (ναυτ.) ιστιοπλοΐα με τέτοιο άνεμο
  3. (ναυτ.) χαλάρωμα των σχοινιών.

Ετυμολογία

< βενετ. lascada [= άνεμος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λασκάδα», σ. 476. https://navalhistory.gr/lexiko/λασκαδα/