λασκάδα
η, ουσ.
- (μετεωρ.) δυνατός άνεμος που φυσά πλάγια προς τη μεριά της πρύμνης του σκάφους
- (ναυτ.) ιστιοπλοΐα με τέτοιο άνεμο
- (ναυτ.) χαλάρωμα των σχοινιών.
Ετυμολογία
< βενετ. lascada [= άνεμος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λασκάδα», σ. 476. https://navalhistory.gr/lexiko/λασκαδα/