navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λοβός

λοβός

ο, ουσ.

  1. το σαρκώδες κάτω μέρος του αφτιού
  2. (ανατ.) στρογγυλοποιημένα τμήμα με αυλακώσεις σε ορισμένα όργανα, (φρ.) «λοβός εγκεφάλου / πνεύμονα / ήπατος»,
  3. (βοταν.) το κέλυφος των οσπρίων, συνών. λουβί
  4. (αρχιτ.) μικρό τόξο βυζαντινού ή γοτθικού ρυθμού
  5. (ναυτ.) ξύλινος δακτύλιος, απλός ή με ισχυρό τρόχιλο, που χρησιμεύει για την ένταση και τη σταθεροποίηση της αρματωσιάς - εξαρτίας [ιστοί, κεραίες, σχοινιά, αλυσίδες], αλλιώς: μπιγότα.

Ετυμολογία

< αρχ. λοβός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λοβός», σ. 487. https://navalhistory.gr/lexiko/λοβοσ-2/