λοβός
ο, ουσ.
- το σαρκώδες κάτω μέρος του αφτιού
- (ανατ.) στρογγυλοποιημένα τμήμα με αυλακώσεις σε ορισμένα όργανα, (φρ.) «λοβός εγκεφάλου / πνεύμονα / ήπατος»,
- (βοταν.) το κέλυφος των οσπρίων, συνών. λουβί
- (αρχιτ.) μικρό τόξο βυζαντινού ή γοτθικού ρυθμού
- (ναυτ.) ξύλινος δακτύλιος, απλός ή με ισχυρό τρόχιλο, που χρησιμεύει για την ένταση και τη σταθεροποίηση της αρματωσιάς - εξαρτίας [ιστοί, κεραίες, σχοινιά, αλυσίδες], αλλιώς: μπιγότα.
Ετυμολογία
< αρχ. λοβός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λοβός», σ. 487. https://navalhistory.gr/lexiko/λοβοσ-2/