navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εμβολέας

εμβολέας

ο, ουσ. [συνήθως στον πληθ.]

  1. ξύλινο ραβδί, με το οποίο σπρώχνεται το βλήμα στο εσωτερικό μέρος του πυροβόλου για τροφοδότηση
  2. (ναυτ.) ονομασία ναύτη που συμμετέχει στο άγημα εμβολής.

Ετυμολογία

< αρχ. ὁ ἐμβολεύς, γεν. -έως < ἐμβάλλω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμβολέας», σ. 264. https://navalhistory.gr/lexiko/εμβολεασ/