navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκόλπο

σκόλπο

το, ουσ.

(ναυτ.) με απότομη έλξη, τίναγμα, τράνταγμα.

Ετυμολογία

< ιταλ. προέλευσης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκόλπο», σ. 768. https://navalhistory.gr/lexiko/σκολπο/