επιβριθώς
επίρρ. τροπ.
(ναυτ.) τύπος παραγγέλματος, «έλκε επιβριθώς», τράβα με όλη σου τη δύναμη.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐμβριθῶς < ἐμβριθής/-ης/-ές, [= βαρύς, σοβαρός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιβριθώς», σ. 287. https://navalhistory.gr/lexiko/επιβριθωσ/