navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › ντεπόζιτο

ντεπόζιτο

το, ουσ.

  1. δοχείο για αποθήκευση κάποιου υγρού, δεξαμενή
  2. (οικον.) α) χρηματικό ποσό, ή β) διάφορα υλικά τοποθετημένα σε ειδικό χώρο φύλαξης για να αξιοποιηθούν κάποια άλλη χρονική στιγμή, αποθήκευμα, στοκ, παρακαταθήκη
  3. (ναυτ.) ιστιοφόρο πλοίο, συνήθως μπρατσέρα, κατάλληλο για τους σπογγαλιείς.

Ετυμολογία

< ιταλ. deposito < λατιν. depositus [= αποθηκευμένος] < depono, deponere [= αποθέτω, καταθέτω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ντεπόζιτο», σ. 584. https://navalhistory.gr/lexiko/ντεποζιτο/