ντεπόζιτο
το, ουσ.
- δοχείο για αποθήκευση κάποιου υγρού, δεξαμενή
- (οικον.) α) χρηματικό ποσό, ή β) διάφορα υλικά τοποθετημένα σε ειδικό χώρο φύλαξης για να αξιοποιηθούν κάποια άλλη χρονική στιγμή, αποθήκευμα, στοκ, παρακαταθήκη
- (ναυτ.) ιστιοφόρο πλοίο, συνήθως μπρατσέρα, κατάλληλο για τους σπογγαλιείς.
Ετυμολογία
< ιταλ. deposito < λατιν. depositus [= αποθηκευμένος] < depono, deponere [= αποθέτω, καταθέτω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ντεπόζιτο», σ. 584. https://navalhistory.gr/lexiko/ντεποζιτο/