αλεώριο
το, ουσ.
(ναυτ.) [όρος που δεν χρησιμοποιείται πια] κατασκευή [πάσσαλος ή πλωτό αντικείμενο – σημαντήρας στερεωμένος στο βυθό] που φανέρωνε τον υφιστάμενο κίνδυνο, αβαθή μέρη, υφάλους, διαύλους και ναυάγια, για τα σκάφη που έπλεαν πλησίον της, χρήσιμη μόνο την ημέρα, αφού δεν φωτιζόταν, συνήθως ήταν άσπρη ώστε να μπορεί κάπως να ξεχωρίζει στο ημίφως και στο σεληνόφως.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀλεωρή [= αποφυγή, διαφυγή] < ἀλέομαι [= 1. αποφεύγω, αποκλίνω, 2. το βάζω στα πόδια].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλεώριο», σ. 64. https://navalhistory.gr/lexiko/αλεωριο/