navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γρίπος

γρίπος

ο, ουσ.

  1. (ναυτ.) αλιευτικό σκάφος εφοδιασμένο με δίχτυα συγκεκριμένου τύπου, τράτα
  2. (ναυτ.) τρόπος ψαρέματος με δίχτυα, σε λίμνες ή σε θαλάσσιες περιοχές με ομαλό πυθμένα, που τραβιούνται με σχοινιά από την ακτή, συνών. κρόκος [= μακρύ ή φαρδύ σχοινί], μπραγάνι [= μικρό δίχτυ στο σχήμα της τράτας που το τραβούσαν από τη στεριά], πεζότρατα
  3. το σχοινί ή το διχτυωτό σύρμα που χρησιμοποιείται στην ανάσυρση σκουπιδιών, αρχαιολογικών ευρημάτων, ναρκών και διαφόρων άλλων πραγμάτων από τον βυθό
  4. (ναυτ.) παλαμάρι που είναι εφοδιασμένο στην άκρη του με γάντζο και το οποίο σύρεται στον πυθμένα με σκοπό την ανεύρεση χαμένης άγκυρας.

Ετυμολογία

< μτγν. γρῖπος [= δίχτυ ψαρά] < βενετ. gripo, ή ιταλ. grippo.

Παράγωγα

γριπίζω, γριπάρης, γριπαρόλι, γριπεύω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γρίπος», σ. 193. https://navalhistory.gr/lexiko/γριποσ/