γρίπος
ο, ουσ.
- (ναυτ.) αλιευτικό σκάφος εφοδιασμένο με δίχτυα συγκεκριμένου τύπου, τράτα
- (ναυτ.) τρόπος ψαρέματος με δίχτυα, σε λίμνες ή σε θαλάσσιες περιοχές με ομαλό πυθμένα, που τραβιούνται με σχοινιά από την ακτή, συνών. κρόκος [= μακρύ ή φαρδύ σχοινί], μπραγάνι [= μικρό δίχτυ στο σχήμα της τράτας που το τραβούσαν από τη στεριά], πεζότρατα
- το σχοινί ή το διχτυωτό σύρμα που χρησιμοποιείται στην ανάσυρση σκουπιδιών, αρχαιολογικών ευρημάτων, ναρκών και διαφόρων άλλων πραγμάτων από τον βυθό
- (ναυτ.) παλαμάρι που είναι εφοδιασμένο στην άκρη του με γάντζο και το οποίο σύρεται στον πυθμένα με σκοπό την ανεύρεση χαμένης άγκυρας.
Ετυμολογία
< μτγν. γρῖπος [= δίχτυ ψαρά] < βενετ. gripo, ή ιταλ. grippo.
Παράγωγα
γριπίζω, γριπάρης, γριπαρόλι, γριπεύω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γρίπος», σ. 193. https://navalhistory.gr/lexiko/γριποσ/