επίτονος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που είναι τεντωμένος, τανυσμένος
- [το αρσ. ως ουσ.] (ναυτ.) α) ισχυρό σχοινί για τη στερέωση αντικειμένου, β) καθένα από τα σχοινιά ή τους ιμάντες με τα οποία στηρίζονται οι ιστοί και τα κατάρτια στις πλευρές και την πρύμνη του πλοίου, γ) το σχοινί ή το συρματόσχοινο της κεραίας με το οποίο στερεώνουν τον ιστό, υπέρα, μαντάρι, (φρ.) «επίτονος ακατίου ιστού / επιστηλίου δόλωνα / επιστηλίου φώσωνος / καπνοδόχου / ιστού επιδρόμου / μεγάλου ιστού / προβόλου / στήλης ιστού».
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπίτονος, -ον [= 1. αυτός που βρίσκεται σε έκταση, τεντωμένος, 2. σχοινί που τεντώνεται ή σφίγγεται, το πίσω στήριγμα καταρτιού] < ἐπιτείνω [= τεντώνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίτονος», σ. 300. https://navalhistory.gr/lexiko/επιτονοσ/