λαμαρίνα
η, ουσ.
- λεπτό σιδερένιο έλασμα που χρησιμοποιείται για την επένδυση βιομηχανικών κτηρίων, στρατιωτικών εγκαταστάσεων αλλά και πρόχειρων φτωχών καταλυμάτων
- (συνεκδ.) α) είδος ταψιού, σε ορθογώνιο παραλληλόγραμμο σχήμα, κατάλληλο για το φούρνισμα φαγητών και γλυκισμάτων, β) (ναυτ.) το πλοίο.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < βενετ. lamarin, υποκ. του lamiera [= έλασμα σιδήρου] < λατιν. lamella, υποκ. του lama, lamina < αρχ. ἐλαύνω [= θέτω σε κίνηση, οδηγώ προς τα μπρος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαμαρίνα», σ. 474. https://navalhistory.gr/lexiko/λαμαρινα/