navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Χ › χαβούζα

χαβούζα

η, ουσ.

  1. δεξαμενή νερού
  2. υπόγεια δεξαμενή ή επιφανειακή λακκούβα για συγκέντρωση υγρών αστικών ή βιομηχανικών λυμάτων
  3. (ναυτ.) ο χώρος μεταξύ προστέγου και μεσοστέγου ή μεταξύ επιστέγου και μεσοστέγου
  4. (μτφ.) α) ανήθικη συμπεριφορά, βρομιά, β) χαρακτηρισμός ύποπτης και σκανδαλώδους απόφασης, γ) άνθρωπος ανήθικος και εκμεταλλευτής.

Ετυμολογία

< τουρκ. havuz < αραβικής προέλευσης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χαβούζα», σ. 907. https://navalhistory.gr/lexiko/χαβουζα/