χαβούζα
η, ουσ.
- δεξαμενή νερού
- υπόγεια δεξαμενή ή επιφανειακή λακκούβα για συγκέντρωση υγρών αστικών ή βιομηχανικών λυμάτων
- (ναυτ.) ο χώρος μεταξύ προστέγου και μεσοστέγου ή μεταξύ επιστέγου και μεσοστέγου
- (μτφ.) α) ανήθικη συμπεριφορά, βρομιά, β) χαρακτηρισμός ύποπτης και σκανδαλώδους απόφασης, γ) άνθρωπος ανήθικος και εκμεταλλευτής.
Ετυμολογία
< τουρκ. havuz < αραβικής προέλευσης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χαβούζα», σ. 907. https://navalhistory.gr/lexiko/χαβουζα/