navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Χ › χύση

χύση

η, ουσ.

  1. χύσιμο κάποιου υγρού
  2. λιώσιμο μετάλλου
  3. ραγδαία βροχή
  4. (ναυτ.) ρίξιμο στη θάλασσα του φορτίου που μεταφέρει κάποιο πλοίο, αβαρία.

Ετυμολογία

< αρχ. χύσις [= χύσιμο, ροή] < χέω [= χύνω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χύση», σ. 924. https://navalhistory.gr/lexiko/χυση/