χύση
η, ουσ.
- χύσιμο κάποιου υγρού
- λιώσιμο μετάλλου
- ραγδαία βροχή
- (ναυτ.) ρίξιμο στη θάλασσα του φορτίου που μεταφέρει κάποιο πλοίο, αβαρία.
Ετυμολογία
< αρχ. χύσις [= χύσιμο, ροή] < χέω [= χύνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χύση», σ. 924. https://navalhistory.gr/lexiko/χυση/