προνόμιο
το, ουσ.
- το αποκλειστικό δικαίωμα που παρέχεται ευεργετικά σε άτομα ή ομάδες κατ’ εξαίρεση
- (μτφ.) φυσικό χάρισμα, πλεονέκτημα
- (ναυτ.) «ναυτικά προνόμια», απαιτήσεις που ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα, σε σχέση με άλλες απαιτήσεις επί πλοίου ή άλλης ναυτικής περιουσίας.
Ετυμολογία
< μτγν. προνόμιον < προ- + - νόμιον < νόμος.
Παράγωγα
προνομιακός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προνόμιο», σ. 703. https://navalhistory.gr/lexiko/προνομιο/