navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › προνόμιο

προνόμιο

το, ουσ.

  1. το αποκλειστικό δικαίωμα που παρέχεται ευεργετικά σε άτομα ή ομάδες κατ’ εξαίρεση
  2. (μτφ.) φυσικό χάρισμα, πλεονέκτημα
  3. (ναυτ.) «ναυτικά προνόμια», απαιτήσεις που ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα, σε σχέση με άλλες απαιτήσεις επί πλοίου ή άλλης ναυτικής περιουσίας.

Ετυμολογία

< μτγν. προνόμιον < προ- + - νόμιον < νόμος.

Παράγωγα

προνομιακός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προνόμιο», σ. 703. https://navalhistory.gr/lexiko/προνομιο/