ευτρεπίζω
ρ. [μετβ.]
- ευπρεπίζω, περιποιούμαι την εμφάνιση κάποιου, καλλωπίζω
- τακτοποιώ τον χώρο του σπιτιού, του δωματίου κ.λπ. συνών. συγυρίζω
- (ναυτ.) νετάρω, ξεμπερδεύω την άγκυρα.
Ετυμολογία
< αρχ. εὐτρεπίζω, [= ετοιμάζω, προετοιμάζω, βάζω σε τάξη].
Παράγωγα
ευτρέπιση, ευτρεπισμός [= καλλωπισμός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευτρεπίζω», σ. 319. https://navalhistory.gr/lexiko/ευτρεπιζω/