navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ευτρεπίζω

ευτρεπίζω

ρ. [μετβ.]

  1. ευπρεπίζω, περιποιούμαι την εμφάνιση κάποιου, καλλωπίζω
  2. τακτοποιώ τον χώρο του σπιτιού, του δωματίου κ.λπ. συνών. συγυρίζω
  3. (ναυτ.) νετάρω, ξεμπερδεύω την άγκυρα.

Ετυμολογία

< αρχ. εὐτρεπίζω, [= ετοιμάζω, προετοιμάζω, βάζω σε τάξη].

Παράγωγα

ευτρέπιση, ευτρεπισμός [= καλλωπισμός].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευτρεπίζω», σ. 319. https://navalhistory.gr/lexiko/ευτρεπιζω/