στίγκος η στίγγος
ο, ουσ.
(ναυτ.) σχοινί που χρησιμοποιείται για το μάζεμα των πανιών του ιστιοφόρου πλοίου, ο συστολέας του πανιού, συνών. μπρούλι, (φρ.) «κόντρα στίγκος» ή «φάλτσος στίγκος».
Ετυμολογία
< ίσως ιταλ. προέλευσης.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στίγκος η στίγγος», σ. 786. https://navalhistory.gr/lexiko/στιγκοσ-η-στιγγοσ/