navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Χ › χαμουλκός

χαμουλκός

ο/η, ουσ.

  1. (ναυτ.) α) καθένα από τα ξύλα του ταρσανά πάνω στα οποία καθελκύεται ή ανελκύεται ένα σκάφος, β) εσχάρα, ναυπηγική σκάρα / κλίνη
  2. χαμηλό όχημα με δύο τροχούς (καροτσάκι), που χρησιμοποιείται κυρίως σε αλευρόμυλους ή σε αποθήκες, με το οποίο μεταφέρουμε εμπόρευμα ή την πρώτη ύλη για να ακολουθήσει η ανάλογη επεξεργασία
  3. κάθε λείο ξύλο πάνω στο οποίο γλιστράει ένα βαρύ αντικείμενο με σκοπό την μετατόπισή του
  4. (αρχ.) μηχάνημα με το οποίο ρυμουλκούσαν τα πλοία από τη θάλασσα στην ξηρά.

Ετυμολογία

< χαμο- + ολκός < αρχ. ἕλκω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χαμουλκός», σ. 910. https://navalhistory.gr/lexiko/χαμουλκοσ/