χαμουλκός
ο/η, ουσ.
- (ναυτ.) α) καθένα από τα ξύλα του ταρσανά πάνω στα οποία καθελκύεται ή ανελκύεται ένα σκάφος, β) εσχάρα, ναυπηγική σκάρα / κλίνη
- χαμηλό όχημα με δύο τροχούς (καροτσάκι), που χρησιμοποιείται κυρίως σε αλευρόμυλους ή σε αποθήκες, με το οποίο μεταφέρουμε εμπόρευμα ή την πρώτη ύλη για να ακολουθήσει η ανάλογη επεξεργασία
- κάθε λείο ξύλο πάνω στο οποίο γλιστράει ένα βαρύ αντικείμενο με σκοπό την μετατόπισή του
- (αρχ.) μηχάνημα με το οποίο ρυμουλκούσαν τα πλοία από τη θάλασσα στην ξηρά.
Ετυμολογία
< χαμο- + ολκός < αρχ. ἕλκω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χαμουλκός», σ. 910. https://navalhistory.gr/lexiko/χαμουλκοσ/