μαΐστρα
η, ουσ.
(ναυτ.) α) η μεγαλύτερη σταυρωτή κεραία ιστιοφόρου σκάφους και το μεγάλο τετράγωνο ή τριγωνικό πανί που κρέμεται στο κέντρο της, μεγίστη, (φρ.) «κόντρα / αντένα / γκλίζα / μούρες / μπράτσο της μαΐστρας», β) είδος σχοινιού.
Ετυμολογία
< μσν. μαΐστρα < βενετ. maistra < λατιν. magistra (ενν. antenna = η μέγιστη κεραία) < magister [= άρχοντας, επιστάτης, δάσκαλος] < < magnus [= μέγας].
Σύνθετα
μαϊστροτραμουντάνα, πουνεντομαΐστρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαΐστρα», σ. 497. https://navalhistory.gr/lexiko/μαιστρα/