σημαιοφόρος
ο/η, ουσ.
- άτομο στο οποίο έχει ανατεθεί το τιμητικό καθήκον να κρατά τη σημαία ενός στρατιωτικού σώματος, ενός σχολείου, ενός συλλόγου κ.λπ. κατά τη διάρκεια παρελάσεων ή επίσημων τελετών
- (μτφ.) το πρόσωπο εκείνο που πρωτοπορεί των κοινωνικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων και αγώνων, ο πρωτοπόρος
- (ναυτ.) κατώτερος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον ανθυπασπιστή και κατώτερος από τον ανθυποπλοίαρχο, αντίστοιχος με τον ανθυπολοχαγό του Στρατού Ξηράς.
Ετυμολογία
< μτγν. σημαιοφόρος < σημαί(α) -ο- + -φόρος < φέρω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σημαιοφόρος», σ. 755. https://navalhistory.gr/lexiko/σημαιοφοροσ/