σε(σ)τάντε
το, άκλ. ουσ.
(ναυτ.) γωνιομετρικό φορητό όργανο σε πλοίο ή αεροσκάφος, ο εξάντας.
Ετυμολογία
< ιταλ. sestante < sesto [= έκτος] < λατιν. sextus [=έκτος] < sex [= έξι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σε(σ)τάντε», σ. 753. https://navalhistory.gr/lexiko/σεσταντε/