navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κερκίς

κερκίς

η, ουσ.

  1. η σαΐτα του αργαλειού
  2. (ναυτ.) εργαλείο όμοιο με την κερκίδα του αργαλειού, με το οποίο πλέκονται ή μπαλώνονται τα δίχτυα
  3. (μουσ.) το δοξάρι της λύρας
  4. (τεχνολ.) το πηνίο και η θήκη της δεύτερης κλωστής της ραπτομηχανής
  5. (ναυτ.) κυρτό και πλατύ ξύλο που στηρίζει τα δρύφακτα [= κουπαστή, παραπέτο, στηθαίο] των μεγάλων ιστιοφόρων τα οποία έχουν φάλκη στο πρωραίο άκρο, κοινώς: σαΐτα
  6. (αρχ.) α) μακριά και ευθεία ράβδος από ξύλο, ελεφαντοστό κ.λπ., β) το καρφί, ο μικρός πάσσαλος με τον οποίο στηριζόταν το μεσάβοιον ή μέσαβον [= δερμάτινο λουρί στο αλέτρι με το οποίο δενόταν ο ζυγός στον ρυμό, δηλ. σ’ ένα άλλο μικρό επίμηκες ξύλο, που ήταν κάθετο στον άξονα άμαξας] στον ζυγό, γ) ράβδος για μέτρηση, δ) περόνη, χτένα των μαλλιών, ε) το μεγαλύτερο από τα δύο οστά της κνήμης, στ) (φυτολ.) το λεγόμενο δέντρο του Ιούδα, κερκίς η κοινή, η κουτσουπιά [επιστ. ον.] λατιν. cercis siliquastrum, λέγεται και κότσικας ή κουτσίκι.

Ετυμολογία

αγν. ετύμου, ίσως από το κέρκος, [= ραβδί], + [υποκορ. κατάλ.] -ις.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κερκίς», σ. 429. https://navalhistory.gr/lexiko/κερκισ/