σανιδόσκαλα
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]
- πρόχειρη σκάλα φτιαγμένη από χοντρές σανίδες
- (ναυτ.) ξύλινη κινητή σκάλα σε σκάφος για την επιβίβαση και αποβίβαση των επιβατών.
Ετυμολογία
< σανίδα + σκάλα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σανιδόσκαλα», σ. 745. https://navalhistory.gr/lexiko/σανιδοσκαλα/