navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σανιδόσκαλα

σανιδόσκαλα

η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

  1. πρόχειρη σκάλα φτιαγμένη από χοντρές σανίδες
  2. (ναυτ.) ξύλινη κινητή σκάλα σε σκάφος για την επιβίβαση και αποβίβαση των επιβατών.

Ετυμολογία

< σανίδα + σκάλα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σανιδόσκαλα», σ. 745. https://navalhistory.gr/lexiko/σανιδοσκαλα/