navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πακέτο

πακέτο

το, ουσ.

  1. δέμα με κάθε είδους πράγματα τυλιγμένα σε χαρτί, μικροδέματα
  2. κουτί τσιγάρων
  3. σύνολο προτάσεων για συζήτηση ή αποδοχή
  4. (ναυτ.) [παρωχημένο] α) επιβατικό ταχύπλοο ή β) «ταχυδρομικό πλοίο» που πηγαινοερχότανε από τον τόπο σπογγαλιείας και μετέφερε πράγματα και ανθρώπους της δουλειάς.

Ετυμολογία

< ιταλ. pacchetto [υποκ.] < pacco < γαλλ. paquet < ολλανδ. pak [= δέσμη], η 3η ερμ. εκδ. από το αγγλ. pack-age.

Παράγωγα

πακετάρω [= συσκευάζω], πακετάρισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πακέτο», σσ. 622-623. https://navalhistory.gr/lexiko/πακετο/