πακέτο
το, ουσ.
- δέμα με κάθε είδους πράγματα τυλιγμένα σε χαρτί, μικροδέματα
- κουτί τσιγάρων
- σύνολο προτάσεων για συζήτηση ή αποδοχή
- (ναυτ.) [παρωχημένο] α) επιβατικό ταχύπλοο ή β) «ταχυδρομικό πλοίο» που πηγαινοερχότανε από τον τόπο σπογγαλιείας και μετέφερε πράγματα και ανθρώπους της δουλειάς.
Ετυμολογία
< ιταλ. pacchetto [υποκ.] < pacco < γαλλ. paquet < ολλανδ. pak [= δέσμη], η 3η ερμ. εκδ. από το αγγλ. pack-age.
Παράγωγα
πακετάρω [= συσκευάζω], πακετάρισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πακέτο», σσ. 622-623. https://navalhistory.gr/lexiko/πακετο/