navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › προσάγω

προσάγω

ρ. [μετβ.]

  1. οδηγώ, φέρνω, παρουσιάζω κάποιον ή κάτι μπροστά σε αστυνομική ή δικαστική αρχή
  2. (ναυτ.) στρέφω το πλοίο προς την διεύθυνση του ανέμου, συνών. ορτσάρω, αντών. ποδίζω.

Ετυμολογία

< αρχ. προσάγω < προς + ἄγω [= οδηγώ ή μεταφέρω, κουβαλώ, κομίζω].

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προσάγω», σ. 705. https://navalhistory.gr/lexiko/προσαγω/