προσάγω
ρ. [μετβ.]
- οδηγώ, φέρνω, παρουσιάζω κάποιον ή κάτι μπροστά σε αστυνομική ή δικαστική αρχή
- (ναυτ.) στρέφω το πλοίο προς την διεύθυνση του ανέμου, συνών. ορτσάρω, αντών. ποδίζω.
Ετυμολογία
< αρχ. προσάγω < προς + ἄγω [= οδηγώ ή μεταφέρω, κουβαλώ, κομίζω].
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προσάγω», σ. 705. https://navalhistory.gr/lexiko/προσαγω/