χωρητικότητα
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- α) το σύνολο των πραγμάτων που μπορούν να χωρέσουν σ’ έναν κλειστό χώρο ή σ’ ένα κοίλο σώμα, β) το πλήθος των ατόμων που συνωστίζονται σ’ έναν περιορισμένο χώρο
- (ναυτ.) ο κυβισμός των όγκων όλων των κλειστών χώρων του πλοίου (εκφράζεται σε κόρους, [ενικ.] = μονάδα μέτρησης όγκου, αντιστοιχεί 100 κυβικά πόδια ή 2,83 μ3 )
- (φυσ.) [φρ.] «χωρητικότητα σε κόρους / πυκνωτή / συσσωρευτή / μνήμης ηλεκτρονικού υπολογιστή / ταμιευτήρα».
Ετυμολογία
< μτγν. χωρητικός < αρχ. χωρέω [= κάνω χώρο για κάποιον άλλο, οπισθοχωρώ, υποχωρώ, αποχωρώ, αποσύρομαι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χωρητικότητα», σ. 925. https://navalhistory.gr/lexiko/χωρητικοτητα/