ιστοπέδη
η, ουσ.
(ναυτ.) α) υποδοχή της τρόπιδας μέσα στην οποία στερεώνεται η βάση του καταρτιού, β) άνοιγμα στο κατάστρωμα των ιστιοφόρων σκαφών απ’ όπου περνά και στηρίζεται το κατάρτι, γνωστό και ως «τρύπα του καταρτιού».
Ετυμολογία
< αρχ. ἱστοπέδη και δωρ. τ. ίστοπέδα < ἱστός + - πέδη [= αλυσίδα αστραγάλου, σχοινένιος δεσμός ποδιών ζώων].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιστοπέδη», σσ. 375-376. https://navalhistory.gr/lexiko/ιστοπεδη/