navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πάνιστρο

πάνιστρο

το, ουσ.

  1. (εργαλ.) πανί τυλιγμένο στην άκρη του ξύλου για το καθάρισμα της επίπεδης επιφάνειας του φούρνου
  2. (ναυτ.) λεπίδα διαφόρων μεγεθών για το καθάρισμα ή το σκάλισμα αυλακιών στους γωνιακούς αρμούς του σκάφους.

Ετυμολογία

[για την 1η ερμ. από την ιταλ. pane = ψωμί], [για τη 2η ερμ. αγνώστου ετύμου].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πάνιστρο», σ. 626. https://navalhistory.gr/lexiko/πανιστρο/