navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κάλμα

κάλμα

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. (ναυτ.) θαλασσινή γαλήνη, συνών. μπουνάτσα, νηνεμία, άπνοια
  2. (ψυχολ.) έλλειψη ταραχής, συνών. αταραξία, ηρεμία, ησυχία
  3. (ως επιφ.) προτροπή για ησυχία, ηρεμία
  4. (μτφ.) σταμάτημα αγοραπωλησιών.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) < ιταλ. calma < υστερολατιν. cauma < αρχ. καῦμα [= μεγάλη ζέστη] [ετυμολογικά εξηγείται: γιατί σε συνθήκες άπνοιας και ηρεμίας η ζέστη γίνεται πιο έντονη] < καίω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάλμα», σ. 392. https://navalhistory.gr/lexiko/καλμα/