κάλμα
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- (ναυτ.) θαλασσινή γαλήνη, συνών. μπουνάτσα, νηνεμία, άπνοια
- (ψυχολ.) έλλειψη ταραχής, συνών. αταραξία, ηρεμία, ησυχία
- (ως επιφ.) προτροπή για ησυχία, ηρεμία
- (μτφ.) σταμάτημα αγοραπωλησιών.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < ιταλ. calma < υστερολατιν. cauma < αρχ. καῦμα [= μεγάλη ζέστη] [ετυμολογικά εξηγείται: γιατί σε συνθήκες άπνοιας και ηρεμίας η ζέστη γίνεται πιο έντονη] < καίω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάλμα», σ. 392. https://navalhistory.gr/lexiko/καλμα/