παράπλους
ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(ναυτ.) πλεύση που εκτελείται παράλληλα και σε μικρή απόσταση από την ακτή.
Ετυμολογία
< αρχ. παράπλους.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παράπλους», σ. 634. https://navalhistory.gr/lexiko/παραπλουσ/