στύπος
ο, ουσ.
- ευθυτενής κορμός δέντρου που μοιάζει με κολόνα και ο οποίος έχει στην κορυφή του έναν μόνο θύσανο βλαστών, όπως ο κορμός του φοίνικα
- (ναυτ.) σιδερένια ή ξύλινη ράβδος, στερεωμένη κάθετα ως προς τον κορμό της άγκυρας, για να βυθίζεται στον αμμώδη βυθό ή για να εμπλέκεται στους βράχους και να συγκρατεί καλύτερα το πλοίο, αλλιώς: τσίπος και τσύπος [δες λ.].
Ετυμολογία
< αρχ. στύπος [= κορμός, κούτσουρο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στύπος», σ. 796. https://navalhistory.gr/lexiko/στυποσ/