ναυσιπλοΐα
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(ναυτ.)
- μετακίνηση προσώπων ή μεταφορά εμπορευμάτων από έναν τόπο σε άλλο με πλοίο, συνών. θαλασσοπορία, θαλασσοπλοΐα, ωκεανοπλοΐα, ποντοπορία, πελαγοδρομία, (φρ.) «διεθνής / εσωτερική ναυσιπλοΐα», «κανονισμός / μέθοδος / διεύθυνση ασφαλείας / ασφάλεια / είδη / πίνακας / φανοί / συστήματα / εγχειρίδιο / φώτα / δορυφόρος / χάρτες / οδηγίες / πράξεις ναυσιπλοΐας»,
- η επιστήμη και η τεχνική με τις οποίες επιτυγχάνεται η ασφαλής διακυβέρνηση του πλοίου, συνών. ναυτιλία.
Ετυμολογία
< αρχ. ναυσι- < ναῦς [= πλοίο] + -πλοΐα < πλοῦς < πλέω [= κινούμαι στη θάλασσα].
Παράγωγα
ναυσιπλοϊκός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναυσιπλοΐα», σ. 565. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυσιπλοια/