navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ψ › ψάρεμα

ψάρεμα

το, ουσ.

(ναυτ.)

  1. το πιάσιμο ψαριών σε θάλασσα, λίμνη ή ποτάμι, με διάφορα μέσα, όπως δίχτυα, ψαροντούφεκο, παραγάδι κ.λπ. συνών. αλιεία
  2. (μτφ.) η απόσπαση μυστικών κάνοντας κατάλληλες ερωτήσεις.

Ετυμολογία

< μσν. ψάρεμα < ψάρευμα < ψαρεύω + -μα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ψάρεμα», σ. 927. https://navalhistory.gr/lexiko/ψαρεμα/