γάμπια
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]
(ναυτ.) είδος τετράγωνου πανιού πάνω από τη μαΐστρα του μεγάλου καταρτιού στα ιστιοφόρα πλοία, συνών. δόλωνας, παροκέτο, γάπια.
Ετυμολογία
< ιταλ. gabbia < βενετ. gabia < λατιν. cavea < cavus
Παράγωγα
γαμπιέρης και γαμπιέρος [= αρμενιστής].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γάμπια», σ. 176. https://navalhistory.gr/lexiko/γαμπια/